Ο Παύλος Σιδηρόπουλος και οι περιπέτειες του Ζορμπά

Ξεκι­νώ­ντας να δια­βά­σε­τε αυτό το κεί­με­νο, ως Παύ­λος Σιδη­ρό­που­λος, σας συμ­βου­λεύω να κρα­τά­τε το δίσκο «ZORBA THE FREAK» (Καμπόϋ-Ξε Καμπόϋ) στα χέρια σας.

Θέλο­ντας να κάνω το δίσκο πάω και βρί­σκω το Δ. Που­λι­κά­κο για να ανα­λά­βει την παρα­γω­γή. Η ιδέα της συνερ­γα­σί­ας ξεκί­νη­σε από τον Τ. Φαλη­ρέα της EMI, της εται­ρεί­ας που χρη­μα­το­δό­τη­σε και δια­θέ­τει το δίσκο. Ο Που­λι­κά­κος μου λέει: «Πάμε σπί­τι σου να ρωτή­σου­με τη μητέ­ρα σου για τον προ­πάπ­πο σου τον Ζορ­μπά. Από αυτόν έγι­ναν διά­ση­μοι ο Καζαν­τζά­κης, ο Θεο­δω­ρά­κης και γενι­κά όλη η Ελλά­δα πάνω του ακού­μπη­σε. Ολό­κλη­ρος μύθος ZORBA THE GREEK δισέγ­γο­νός του είσαι ξύπνα».

Με δύο φίλους τη Θ. Τσε­λε­πή και τον Χ. Χρη­στί­δη, ψάχνο­ντας σπί­τι μου βρί­σκου­με μια φωτο­γρα­φία του, όταν ήταν μικρός ντυ­μέ­νος καμπό­ης. Επά­νω η φωτο­γρα­φία έγρα­φε, απ τον ίδιο γραμ­μέ­νο, Καμπόϋ-Ξε-Καμπόϋ. Τη βάζου­με στη μπρο­στι­νή μεριά του δίσκου με το φτε­ρω­τό θεό του Έρω­τα κοντά στο κεφά­λι του, έτσι αγγε­λο­πλα­σμέ­νος που ήτα­νε και στα πόδια του μια γατού­λα με ορθω­μέ­νες τις τρί­χες από ακτί­νες ηλε­κτρι­κού ρεύ­μα­τος. Οι γάτες είναι πολύ πιο ευαί­σθη­τες από τον άνθρω­πο. Οι άνθρω­ποι ακούν μέχρι 20.000 κύκλους ενώ οι γάτες γύρω στους 80.000. Τους ήχους που για μας είναι υπέ­ρη­χοι. Τόση ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ.

Η μητέ­ρα μου μας λέει: «Στην Αμε­ρι­κή που τον πήγα­νε όλοι εκεί­νοι οι προ­κομ­μέ­νοι, τη δου­λειά τους την κάνα­νε κι αυτόν τον άφη­σαν απέ­ντα­ρο να παί­ζει ρύθμ εντ μπλουζ για το μερά­κι του στους δρό­μους. Έρχε­ται εδώ στην Ελλά­δα κι όλοι τον θυμό­ντου­σαν με το σαντού­ρι. Τον βλέ­πα­νε να παί­ζει ροκ εντ ρολ και να μεθά­ει και φρι­κιό τον ανε­βά­ζα­νε φρι­κιό τον κατε­βά­ζα­νε. Ο ίδιος πήρε μια φωτο­γρα­φία του που ήταν μεθυ­σμέ­νος και με ελλη­νι­κά γράμ­μα­τα αυτοει­ρω­νευό­με­νος έγρα­ψε ΖΟΡΜΠΑ ΔΕ ΦΡΗΚ (φωτο­γρα­φία στο οπι­σθό­φυλ­λο).

Η μητέ­ρα μου συνε­χί­ζει: «Το 1978 ο Ζορ­μπάς έλε­γε ότι εν όσο είναι και ΦΛΟΥ τα πράγ­μα­τα κι η Αθή­να έχει Ζορ­μπά­δες καλά πάμε. Για­τί το παι­χνί­δι είναι ένα. Να Παπά­δες με μπα­μπού­λα το Σατα­νά και ιδα­νι­κό τον Καλό Θεό ρημά­ζα­νε τον κόσμο. Κατ΄ εικό­να και καθ΄ ομοί­ω­ση σου λέει. Τι να σου κάνει ο άνθρω­πος λοι­πόν που τάχει όλα μέσα του; Να τα πνί­ξει; Τρα­γου­δάω λοι­πόν και μου φεύ­γει το πλά­κω­μα και φτά­νει κάποια στιγ­μή να μην παί­ζει ρόλο αν τρα­γου­δάω αμε­ρι­κά­νι­κα, ελλη­νι­κά, αν κλαίω ή γελάω».

Εδώ στα­μά­τη­σε τη διή­γη­ση η μητέ­ρα μου. Λέω εγώ:
«Βρε μητέ­ρα τι 1978 μου λες. Ο προ­πάπ­πους έχει 40 χρό­νια που πέθα­νε». Η μητέ­ρα με κοι­τά­ει και λέει: «Βλέ­πο­ντάς σε σου λέω ο Ζορ­μπάς ΖΕΙ».

Εκεί που καθό­μου­να έπε­σε το βλέμ­μα μου στον καθρέ­φτη. Ακούω από μέσα μια βρο­ντε­ρή φωνή:
«Κακώς δεν πήρες το δίπλω­μά σου στο Πανε­πι­στή­μιο, κακώς δεν πήρες το δίπλω­μά σου στ Αγγλι­κά. Ρομα­ντι­κό καλά­μι καβά­λη­σες νεα­ρέ μου. Εδώ η Ελλά­δα σε μικρό χρο­νι­κό διά­στη­μα πρέ­πει να προ­λά­βει τις δυνα­τές χώρες της Μηχα­νής. Σ΄ Ανα­το­λή και Δύση, οι Παπά­δες που αφο­ρί­σα­νε το θείο σου περ­νά­νε σκή­πτρα στους Τεχνο­κρά­τες. Ο άνθρω­πος δεν κατα­πιέ­ζε­ται για το «καλός κ΄ αγα­θός» αλλά για την τελειό­τη­τα της μηχα­νής. Εσύ έτσι «Εν Λευ­κώ» τόσα χρό­νια είχες θέσει σε αδρά­νεια τον εαυ­τό σου τώρα το 1984 τι θες από μένα»;

Ο Που­λι­κά­κος τον πλη­σιά­ζει. «Παπ­πού φτιά­ξε μια βιτρί­να της επο­χής, κάνε ένα γύρω Αθη­νών-Περι­χώ­ρων κι έλα να φτιά­ξου­με μαζί το μωσαϊ­κό. Αυτό θέλου­με».

Ο Ζορ­μπάς έφυ­γε και μας έφε­ρε τις εντυ­πώ­σεις του σε κάτι σημειώ­σεις που είχαν επά­νω ζωγρα­φι­σμέ­νο τον Μίκη Μάου(ς) κι έμοια­ζαν με τον πολε­ο­δο­μι­κό χάρ­τη της Αθή­νας (ένθε­το του δίσκου). Είπε:
«Η Αθή­να έχει ρυθ­μό μηχα­νής ήχο βρώ­μι­κο είναι πια παγκό­σμιο ξενο­δο­χείο κι η ζωή της είναι όμοια με πόλε­μο».
«Είδα τη μονα­ξιά και τη σκλη­ρό­τη­τα στις σχέ­σεις άντρα γυναί­κας»
(R’n’R ΣΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ).

«Ένα φτω­χό­παι­δο, ίδιος εγώ, να του ποδο­πα­τούν τα όνει­ρα, να το εξω­θούν σε κλέ­φτη και το κόμ­μα του λαού να το δια­γρά­φει βια­στι­κό, αφή­νο­ντάς το στη φυλα­κή μόνο του με τις ενο­χές του» (ΦΤΩΧΟΠΑΙΔΟ).

 «Μονα­χι­κούς ανθρώ­πους να μονο­λο­γούν για την κακο­τυ­χία τους και μη βρί­σκο­ντας διέ­ξο­δο να τα φορ­τώ­νουν όλα πάνω τους λες κι έχουν αυτοί μόνοι όλη την ευθύ­νη». (ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΗ).

«Είδα νεα­ρούς που είχαν ιδε­ο­λο­γι­κά επεν­δύ­σει στον Μίκη σα Γκου­ρού τους, τώρα που δεν υπάρ­χουν ΜΑΟΥ ΜΑΟΥ (τι κάνου­με χωρίς βαρ­βά­ρους) πρό­βα­τα προς σφα­γή» (ΑΓΚΟΥΡΟΥ).

«Είδα τον Μίκη χωρίς τους ποι­η­τές του (Καβά­φη, Ελύ­τη, Νερού­δα, Ρίτσο) χωρίς τον Μ. Χιώ­τη, τον Καζαν­τζί­δη, τη Φαρα­ντού­ρη. Αν του έφευ­γε και το ΚΚΕ ζήτω που καή­κα­με. Δύσκο­λος ο αγώ­νας να γρά­φεις τρα­γού­δια και να απο­χτάς κάποια λεφτά και δύνα­μη μόνο απ αυτό».

«Νοσταλ­γι­κά θυμή­θη­κα τον Otis Redding και σφυ­ρί­ζο­ντας (I Remember Otis) με βρή­κε το νέο ότι ο Λευ­τέ­ρης, ένας παλιός φίλος ήταν φυλα­κή επει­δή απο­πλά­νη­σε μια δεκα­ε­ξά­χρο­νη» (Το ’69).

«Μετά τρα­γού­δη­σα ένα μπλουζ που ΄χα γρά­ψει στην Αμε­ρι­κή για μια χαμέ­νη μου αγά­πη. Είδα ότι τώρα στην Ελλά­δα τους αρέ­σει αυτή η μου­σι­κή» (CLOWN).

«Έγι­να μάρ­τυ­ρας χωρίς να θέλω μιας ληστεί­ας σε τρά­πε­ζα όπου σκό­τω­σαν κι έναν αστυ­νο­μι­κό» (ΑΝΤΕ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΤΥΧΗ ΜΑΓΚΕΣ).

«Στα­μα­τάω κάποιον να ρωτή­σω και μου λέει»:
«Πάρε τα λεφτά και στρί­βε είναι η υπό­θε­ση φίλε, άλλοι ως σκά­σε και κολύ­μπα. Τρε­χά­τε ποδα­ρά­κια μου κοι­νώς». 

Όπως ερχό­μου­να σε σας σκε­φτό­μου­να ότι θα γυρί­σει ο τρο­χός, πού θα πάει, όταν ξαφ­νι­κά ακούω κάτι παρά­σι­τα από ΄να ραδιό­φω­νο και κάποιον να απαγ­γέλ­λει παρα­δο­σια­κές λαϊ­κές παροι­μί­ες με μου­σι­κή υπό­κρου­ση Νοτιο­α­με­ρι­κά­νι­κα μοτί­βα. Αχ αυτά τα παρά­σι­τα που δεν αφή­νουν το γέλιο να ηχή­σει απ΄ άκρη σ΄ άκρη σ΄ όλη την Ελλά­δα. Αρκε­τά όμως έπαι­ξα με την ευαι­σθη­σία μου. Και­ρός να κλεί­σω τη γατού­λα στη σακού­λα, για­τί τα ηλε­κτρο­σόκ είναι άγρια πράγ­μα­τα».

Ωραίο υλι­κό μάζε­ψε ο παπ­πούς σκέ­φτη­κα. Όπως φεύ­γα­με ακού­σα­με το Ζορ­μπά να μουρ­μου­ρί­ζει κάτι σα ρώσι­κα. Σκέ­φτη­κα, φρηκ ο ένας φρηκ ο άλλος τον τρε­λά­να­νε.

«Όχι βρε δε με χάσα­τε. Απλά με τα νοτια­με­ρι­κά­νι­κα μοτί­βα θυμή­θη­κα έξω από την αμε­ρι­κά­νι­κη πρε­σβεία κάτι κου­κου­έ­δες που τρα­γου­δού­σαν τέτοια αντάρ­τι­κα. Πες τους ότι ο Ζορ­μπάς ΖΕΙ δεν έπε­σε στο λάκ­κο με το τσι­μέ­ντο. Να τους πω τη φόρ­μου­λα δισέγ­γο­νε».

Παύ­λος Σιδη­ρό­που­λος + απρο­σάρ­μο­στοι
ZORBA THE FREAK

Παύλος Σιδηρόπουλος
Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει ότι θα έχετε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στην ιστοσελίδα μας. Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies.
Αποδοχή
Άρνηση